Έφυγε ένας θρύλος του λαϊκού μας πολιτισμού


Το Σάββατο 27 Ιουνίου 2026,  στις 5 τα ξημερώματα έπαψε να χτυπά η καρδιά στη Γαλλία η καρδιά ενός εκλεκτού τέκνου της αγιασώτικης διασποράς, του αλησμόνητου στους παλιούς και θρυλικού στους νεότερους Ανανία Καραμανλή.

Γιος του επιδέξιου τεχνίτη ξυλουργού Θεοδώρου Ανανία Καραμανλή (1891 – 28/8/1956) και της ράφτρας Μαρίας Σάββα Κόνιαλη (1901 – 5/9/1964). Γεννημένοι ο πρώτος στην Αυρηλιανή (Φρένελι) το 1891 και η δεύτερη στο Αδραμμύτι το 1901, έφεραν μαζί τους το πρωτότοκο παιδί τους, το Γεώργιο, που είδε το φως της ζωής το 1921 στο Αδραμμύτι, και στη συνέχεια πρόσθεσαν στον οικογενειακό αστερισμό άλλα εφτά παιδά, που γεννήθηκαν στην Αγιάσο και όλα έζησαν και έδρασαν σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Είναι με χρονολογική σειρά η Χαρίκλεια σύζυγος Μιλτιάδη Νικολάου Μαστραντωνά (Κ’τσουράδ’) (στην Αγιάσο), η Χρυσούλα σύζυγος Λεωνίδα Γουλιαρμή (στο Παρίσι), ο Ανανίας (στο Παρίσι), ο Δημήτριος (στη Μελβούρνη), ο Κωνσταντίνος (στο Παρίσι), η Παρασκευή σύζυγος Μιχαήλ Γουλιαρμή (στο Παρίσι) και η Μαρία/Μαρίτσα σύζυγος Δημητρίου Κριμίτσου (στη Μελβούρνη).

Ο Θεόδωρος Ανανία Καραμανλής, γνωστότερος ως Ανανίας, άσκησε το επάγγελμα του ξυλουργού για πολλά χρόνια και αργότερα ειδικεύτηκε στο να φτιάχνει κάσες φορτηγών αυτοκινήτων. Πολλοί ήταν αυτοί που διδάχτηκαν απ’ αυτόν την τέχνη του. Στα χρόνια της Κατοχής, που είχαν εξαφανιστεί οι χτένες και οι ψείρες είχαν πληθύνει, έφτιαχνε από κάθε λογής κέρατα πολύ πυκνές χτένες, κατάλληλες για το ξεψείριασμα. Την τέχνη αυτή μάλιστα την έμαθε και στο γιο του τον Ανανία. Επίσης έφτιαχνε τσοκαρέτες, δηλαδή ξύλινα πέδιλα που αντικαθιστούσαν τα παπούτσια, καθώς και φανάρια.

Ο Ανανίας πήγε τέσσερα χρόνια στο Δημοτικό Σχολείο, αλλά η κήρυξη του πολέμου δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει τη φοίτησή του. Έμαθε και άσκησε την τέχνη του πατέρα του, αλλά είχε ιδιαίτερες επιδόσεις στον καλλιτεχνικό στίβο. Συμμετέχοντας στις πολιτιστικές δραστηριότητες του Γυμναστικού Συλλόγου Αγιάσου «Όλυμπος», δεν άργησε να δείξει το ταλέντο του στο ερασιτεχνικό θέατρο. Συμμετείχε σε πλήθος θεατρικών παραστάσεων (1952 στο δράμα «Ο ένοχος» του Ριχάρδου Φος, 1954 ερμηνεύει το ρόλο του Λεωνίδα στην κωμωδία του Δημήτρη Ψαθά «Φον Δημητράκης», 1933 και 1954 στην πολυαγαπημένη τετράπρακτη δραματική ηθογραφία του Χριστόφα Κανιμά «Τι να τα κάνω τα καλά», 1955 στο δράμα του Ευάγγελου Παπασταματίου ή Βέγγελη «Κρυφή Πίστις», 1956 στο τρίπρακτο μουσικό κωμειδύλλιο του Δημήτρη Κόκκου «Η λύρα του γερο-Νικόλα», 1957 στο τρίπρακτο δραματικό έργο του Ευάγγελου Παπασταματίου ή Βέγγελη «Χριστίνα καρδερίνα», που αναγόταν στην εποχή της γερμανικής κατοχής, και το 1958 στο τρίπρακτο έργο του Πολύβιου Δημητρακόπουλου «Ο κουρσάρος»).

Πάνω απ’ όλα όμως ο Ανανίας πρωταγωνίστησε στο αγιασώτικο καρναβάλι. Αυτός και η παρέα του, από το Καμπούδι και το Σταυρί, ανέστησαν το καρναβάλι μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο και του έδωσαν την αίγλη που κληρονόμησαν οι επόμενες γενιές. Καθιέρωσαν τη σκηνική εμφάνιση των συγκροτημάτων εισάγοντας το άρμα στο καρναβάλι. Ήταν μια από τις σπουδαιότερες αλλαγές στην ιστορία του εθίμου, που διατηρείται ως τις μέρες μας. Οι εμφανίσεις τους στοίχειωσαν τις μνήμες των ανθρώπων αυτής της εποχής, που ζούσαν κι ανάσαιναν για το ετήσιο καρναβάλι. Όλο το χωριό συμμετείχε στο αποκριάτικο ξεφάντωμα. Οι φωτογραφίες των συγκροτημάτων τους είναι αψευδείς μάρτυρες κείνου του παλλαϊκού ενθουσιασμού. Ο Ανανίας ήταν η ψυχή της παρέας αυτής και ιδιαίτερα λαοφιλής. Ακόμα και σήμερα, όταν αναφερόμαστε στην περίοδο αυτή, λέμε «στα χρόνια του Ανανία».

Το 1954 παρουσίασαν τους «Εξερευνητές της ζούγκλας», το πρώτο οργανωμένο μεταπολεμικό καρναβάλι με σάτιρα και εμφάνιση, που κατέβηκε μάλιστα και στη Μυτιλήνη, το 1956 «Το Καραβάνι», το 1957 «το Πλοίο», το 1958 τον πύραυλο με αστροναύτες και φανταστικούς κατοίκους της Σελήνης. Χώρος εκδηλώσεων τότε ήταν το Χριστοφίδειο Δημοτικό Γυμναστήριο (γήπεδο) του χωριού. Από τη χρονιά αυτή τα Βάλεια άρχισαν να οργανώνονται καλύτερα και να αποκτούν παλλεσβιακό χαρακτήρα. Το 1959 «Το ανατολίτικο χαρέμι», το 1960 τη μετανάστευση των κατοίκων στην Αφρική.

Έφυγε το 1960 και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου συνέχισε το επάγγελμα του μαραγκού. Παντρεύτηκε τη Γαλλίδα Τερέζα Ντορέ και απέκτησε δυο παιδιά, το Μιχάλη, που γεννήθηκε το 1964, μαραγκό, και το Θεόδωρο, που γεννήθηκε το 1971, οικονομολόγο. Ευτύχησε να κρατήσει στην αγκαλιά του τρία εγγόνια, ένα αγόρι του Μιχάλη και δυο κορίτσια του Θοδωρή, και έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα ευτυχισμένος στο Παρίσι.

Το Αναγνωστήριό μας, διερμηνεύοντας και τα αισθήματα σύσσωμης της τοπικής κοινωνίας, για όσα πρόσφερε, τον τίμησε στο Κινηματοθέατρό του στις 29/3/2015, με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου.

Εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στην οικογένειά του και ευχόμαστε να είναι γεροί να τον θυμούνται και να τον τιμούν.

Το μοιράστηκες;